Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Ιστορία της Νήσσου Σύμης




Ποίημα χαριέστατον ποιηθέν υπό του Καλοδούκα  Κυραμαριου
Πολυνίκους Συμαίου
Έκδοσις πρώτη     Εν Σύμη 1885

 Πρόλογος  μετά Γεωγραφικής και πολιτικής (θεωρίας)

Θεέ και δος μοι δύναμιν γνώσιν τε και σοφίαν,
δια να γραψ’ ο δούλος σου Σύμης την Ιστορίαν.
                     
Να γράψω να μαθητευθή σ’ όλην οικουμένην
τα  βάσανα  που έπαθεν η πολλοπικραμμένη.

Η Μήτηρ λέγω των νησσών των της Μικράς Ασίας
προκαρισμούς και προδοσές και ακαταστασίας.

Η Μήτηρ αύτη των νησσών στην γνώσιν και σοφίαν
ευρίσκεται, ω φίλοι μου εις την Μικράν Ασίαν.

Ορίζεται μεν  προς δυσμάς π’την Νίσυρον και Τήλον
κι όταν καθήζ’ ο ήλιος φαίνεται σαν το μήλον.

Ορίζετ’ ανατολικώς π’ την Ρόδον κ’ απ’ την Τράχια
φέρνουν καρπούζες και πωλούν κ’από την Αντιμάχια.

Προς άρκτον από την Σταδιάν Χαζούσουλ’ Αρμακίδαν
μεσημβρινώς ορίζεται π’ την Ρόδον και Χαλκίδαν.

Είνε νησσί δίχως νερά και δίχως ελαιώνας
δίχως χωράφια και λοιπά και δίχως αμπελώνας.

Είνε νησσί όλον βουνά γύρω τριγύρω βράχοι
και ούτε λίμνην δεν έχει να  γαργαρούν βατράχοι.

Είνε νησσί ολόξηρον δίχως νερά επίσης.
κ’ επάνω της δεν βρίσκεται τουλάχιστον μια βρύσις.
Έχουσι στέρνας ’πιταυτού στον οίκον τ’ ο καθένας
και σαν βρέχει γεμίζουσι όταν είνε χειμώνας.

Σαν τύχη δε αναβροχιά δεν έχουσι να  πιώσι
και υποφέρουσι πολλύ δια να  πορευθώσι.

Πηγαίνουσιν επίτιδες πλοία και κουβαλώσι,
πέρα απ’ την Ανατολήν δια να το πουλώσι.

(Κάμετε σεις λογαριασμόν φίλοι μου στοχασθήτε
να δήτε πόσα έξοδα θέλουν να λυπηθήτε).

Γρόσια εννιακόσια δεν φθάνουσι τον χρόνον
να  πίουν να κυβερνηθούν εις το νερόν των μόνον.

Ξύλα  λεμόνια και λοιπά κ’όλα τα προϊόντα,
τα φέρουν απ τα Πούσπουρνου και από τον Μιλιόντα.

Όσπρια και γεννήμματα τα φέρουν απ’ την Μάκρη
Ατάλιαν τε και Αλαγιάν(1) Μερσίναν  κ’  από Άφρη.

Τίποτε προϊόν λοιπόν η Σύμη δεν παράγει
ούτε κανένας κάτοικος κάμνει καρπόν να  φάγη.

Οι κάτοικ’ ασχολούμενοι εις την σπογγαλιείαν
πρό τινων χρόνων έχαιρον πλούτη κ’ ελευθερίαν.

Οι κάτοικοι πολλ’ ευφυείς προπάντων στην παιδείαν
με την Ευρώπην  έχουσι μεγίστην κοινωνίαν.

Πριν από έτη είκοσιν η καϋμένη Σύμη
ήτον γεμάτη μάλαμα καθώς κ’ από ασήμι.

Διότι είχον προεστούς και Δημογεροντίαν
τιμίους φιλοπάτριδας κ’ άξιους στην κοινωνίαν.

Και υποφέρασιν πολλά δεινά για την πατρίδα
οσάκις οι εχθροί αυτής της έστηνον παγίδα.

Τώρα δε βάλλουν δικαστάς την σάραν και την μάραν
γραμματικούς ττουρλού ττουρλού μ’ ακκέριαν καλαμάραν.

Δικάζουν δίκας άδικους όπως τους εσσυμφέρει
και ’κάμαν την πατρίδα μας δεινά να υποφέρη.

Αιτία οι εμπόροι μας καθώς κ’ οι δικασταί μας
μας έκαμαν και ήλιον δεν βλέπομεν ποτέ μας.

Ο Μέγιστος αφανισμός Σύμης της Καϋμένης
είνε αυτή η Μάνικα η Τρισκατηραμένη.

Όπου να’χει ανάθθεμα ζώντας κ’ αποθαμμένος
εκείνος που την εύρησκεν ο πενταφορισμένος.

Διότ’ αυτός εχάλασεν όλην την οικουμένην
μ’ αυτήν την διαβολότεχνην την τρισκαταραμένην.

Αυτόν δε τον Μηχανικόν να τον ιδής ντυμένον
είνε ωσάν να έβλεπες διάβολον στολισμένον.

Διάβολος είνε στην θωριάν σαν Σατανάς στο βλέμμα
κ’ ως Εωσφόρος χαίρεται να πιν’ ανθρώπου αίμα.

Αυτή η Τέχνη εχάλασεν όλους τους σφογγαράδες
και έχει ως υπήκοους όλους τους Μασκαράδες.

Αχ-Σύμη μου που έχαιρες ομόνοιαν και πλούτη
και όσα άλλα βρίσκονται εις την ζωήν ετούτη.

Ελευθερίαν δηλαδή τιμήν και ησυχίαν
φιλοξενίαν και λοιπά και άκραν ευτυχίαν!

Κι όσα καλά υπάρχουσι σ’ όλην την οικουμένην
με όλα εστολίζουσουν, Μήτερ, ηγαπημένη.

Τώρα δε εκατήντησες η πλιό δυστυχεστάτη
με το να πολεμούν πολλοί για  να σου φαν το μάτι.

Σχολεία είχες περισσά και παρθεναγωγεία
δύο αλευρομηχανάς και πλήθος καβενεία.

   Είχες Μουσείον μεν μικρόν ωραίον δε περίσσια
  και εις στους βράχους βρίσκονταν κάμποσα κυπαρίσσια.

Λιμένας αξιόλογους και διατηρημένους
και μόνον απ’τους κολυμβητάς τους έχεις καμωμένους.

Κ’ ότι καλόν απήλαυσες τόλαβες από τούτους
τους βουττικτάδες τους γυμνούς που χάνουν την ζωήν τους

Διά να σε φυλάξωσιν να ήσαι ελευθέρα
αμόλυντος και καθαρά όπως η περιστέρα.

Οι δ’ άτιμοι μηχανικοί πασχίζουν να σε πνίξουν
σε βάσανα ανυπόφερτα και πάθη να σε ρίξουν.

Ήσουν η Μήτηρ των νησσών και εις το Ναυπηγείο
εμπορικών πολεμικών μικρών μεγάλων πλοίων.

Και ναυπηγούς είχες πολλούς και ταρσανάν μεγάλον
Βρικίων και Τριχαντιρών και διαφόρων άλλων.

Καράβια τριοκάταρτα Βουμβάρδες και Γουλέττες
και σκάφαις σφογγαράδικαις γρίγωραις εις ταις βόλτες.

Είχες καράβια περισσά ως εκατόν κομάτια
ως τώρα τρία όλα σου κ’ εκείνα για τα μάτια.

Π’ αν δεν ήσαν αι Μηχαναί θα είχες χίλια τώρα
να ήσαι νήσσος ναυτική κ’ εξακουσμένη χώρα.

Αι μηχαναί σε χάλασαν κ’ ακόμα σε χαλούσιν
κ’ εκείνοι που τας διοικούν κ’ όπου τας ξεκινούσιν.

Αιτία οι Μηχανικοί εχάλασεν η Σύμη
διότ’ εξολοθρεύθηκεν η κάθε επιστήμη.

Ως θέλετε ακούσετε φίλοι μου την αιτίαν
με προσοχήν αν κούσητε όλην την Ιστορίαν.
   
Μέρος Α!

Η Σύμη Νήσσος παλαιά είχεν καί πέντε κάστρα
κ’ έλαμπεν ως αυγερινός που λάμπει στ’ άλλα τ’ άστρα.

Έλαμπεν μέσα στα νησσά εις την Μικράν Άσίαν
και είχεν δύναμη πολλήν φρόνησιν και αξίαν.

Και έξη νήσσοι γύρω της εις την διαταγήν της
Φόρον και δώρα αρκετά έδιδον στην αυλήν της.

Η Κάσσος κ’ η Αστουππαλιά η Τήλος και η Χάλκη,
η Κνίδος και η Νίσυρος την είχον Πατριάρχη.

Την είχον ως πρωτεύουσαν την είχον ως Μητέρα
και τούτην είχον οδηγόν ως πολικόν αστέρα.

Κατ’ έτος δε επλήρωναν ως φόρον εις την Σύμην
και πήγαινον κ’ εσπούδαζον την κάθε επιστήμην.

Είχεν πανεπιστήμια πολλ’ άξια επαίνου
και μόνον τα ερείπια την σήμερον μας μένουν.*

Πολέμους έκαμεν πολλούς κατά των Σταυροφόρων
Ταρτάρων και Αγαρηνών και άλλων διαφόρων.

Και πάντα είχεν τρόπαια και νίκας τιμημένας
έχουσα δυνατότατον στόλον εις τους λιμένας.

Εις πόλεμον κατά Περσών που είχεν η Ελλάδα
έστειλε πεντηκόντορα πλοία μιάν δωδεκάδα.

Και όλα ηνδραγάθησαν φίλοι κατ’ ευτυχίαν
στης Σαλαμίνος το στενόν στην τότε ναυμαχίαν.

Και ετιμήθησαν πολύ απ’ όλην την Ελλάδα
για τας ανδραγαθίας των και για  την φρονιμάδα.

Και εις τον άλλον τον φρικτόν πόλεμον της Τρωάδος*
όπου ξεκίνησαν πολλοί ήρωες της Ελλάδος.

Ξεκίνησεν και ο  Νιρεύς ο Βασιλεύς της Σύμης
ο λέων ο Ατρόμητος της εκστρατείας κείνης.

Με πέντε πεντηκόντορα πλοία πολύ μεγάλα
χρωματισμένα και χρυσά κ’ άσπρα ωσάν το γάλα.

Όπου ωσάν αυτά θαρρώ σ’ όλην την οικουμένην
άλλα να μην εγίνησαν και ούτε θέλουν γίνει.

Διότι ήτον τεχνικά με τέχνην καμωμένα
μακριά αμπάσα και γλυπτά και χρυσαρματωμένα.

Είχον σημαίας μ’ αετούς χρυσούς και λεοντάρια
λευκάς χρυσάς μεταξωτάς επάνω στα κοντάρια.

Και χιλιάδας είκοσιν πολεμιστάς ανδρίους
λιοντάρια στην παλικαριάν στον πόλεμον αγρίους.

Με κόκκινα φορέματα ήσαν ενδεδυμένοι
και με κοντάρια και σπαθιά άσπρα αρματωμένοι.

Αι περικεφαλέαι των αι χάλκιναι κινούσαν
εις μέγαν τρόμον τους εχθρούς όπου τους εθωρούσαν.

Ο Βασιλεύς μας  ο Νιρεύς για την πολλήν τ’ ανδρίαν
αθάνατος ενγράφεται  μέσα στην ιστορίαν.

Εις την Τρωάδα έδειξεν την τρομεράν τ’ ανδρίαν
και πλήθος στρατηγήματα σ’ αυτήν την εκστρατίαν.

Οι Έλληνες τον έβλεπον και πάντα τον ετίμων
διότι ήτον φρόνιμος ανδρείος και νοήμων.

Τούτα δε όλα φίλοι μου τα φανερώνουν κ’ άλλοι
οι παλαιοί οι συγγραφείς μικροί τε και μεγάλοι.

Ο Κείτλης γράφει και αυτός καυχώμενος την Σύμην
πως ήτον εις το παλαιόν φλέβα στην επιστήμην.

Ο Σιμωνίδης δ’ ο σοφός συντάξας εν βιβλίον
εξιστορεί καλλίτερα της Σύμης μας τον Βίον.

Κ’ όστις δεν το ανέγνωσε τωρ’ ας τ’ αναγνώση
να δη ανδρίαν κ’ αρετήν κ’ ο νους  του να θαμπώση.

Να δη πολέμους περισσούς μάχας και ναυμαχίας
ανδρίαν  υπερθαύμαστον και όλον  ευτυχίας.

Εύδουπος ο Μηχανικός έκαμεν ένα πλοίον
και ειν’ πολύ περίεργον εις τον δικόν μας βίον.

Διότ’ αυτό αρμένιζεν στην θάλασσαν δρομαίως
αρμένιζεν κ’ εις την ξηράν κόπτων αυτήν βιαίως.

Ήτανε γρίγωρον πολύ και δυνατόν περίσσα
στην θάλασσαν κ’ εις την ξηράν ποτέ δεν το νικήσαν.

Ενίκησεν Αγαρηνούς και πλήθος Σταυροφόρους
Πέρσας και Μήδους κ’ Άραβας και άλλους διαφόρους.

Αυτό το υπερθαύμαστον κ’ ανδρειομένον πλοίον
που είχεν δρόμον περισσόν υπέρ των ατμοπλοίων.

Το έκαμεν ο Εύδουπος Μηχανικός Συμαίος
η φλέβα της ιατρικής και γίγαντας γενναίος.

Ο Εύδουπος ο λέοντας η ρίζα της σοφίας
ο πάνυ περιβόητος για τας ανδραγαθίας.
  
Ο Άριστος των ιατρών ο τέλειος ζωγράφος
διδάσκαλος της χημικής και πρώτος φωτογράφος.

Εύδουπος ο μηχανικός καύχημα της πατρίδος
κ’ εφευρετής περίεργος της Αρχιναυαρχίδος.

Εύδουπος εστρατήγησε τριάντα ναυμαχίας
γεμάτας δόξας και τιμάς τρόπαια κ’ ευτυχίας.

Έζησε χρόνους εκατόν και είκοσιν στην Σύμην
κ’ οπίσω του δεν άφησε καμμίαν επιστήμην.

Όλας τας ετελίωσε κ’ επόθανεν τιμίως
και τώρα μνημονεύεται στην Σύμην αιωνίως.

Στήλας πολλάς του ήγειρον στην Κάσσον κ’ εις την Κνίδον
τιμήν πολλήν του έδιδον εκείνοι που τον είδον.

Το πλοίον του το άξιον μετά τον θάνατόν του
εθραύσθηκεν ελεεινώς απ’τον διάδοχόν του.

Διότι κατεδίωκε στην Κνίδον τους Βαρβάρους
και δυό χιλιάδες έλαβεν αιχμάλωτους Ταρτάρους.

Έφθασεν όμως εις κρημνούς κ’ εις κινδυνώδη μέρη
κ’ ο ναύαρχος επάσχιζε οπίσω να το φέρη.

Αλλ’ επειδή και πανταχού εύρησκεν δυσκολίαν
τον Ναύαρχον συνέλαβεν πολλή μελαγχολία.

Κ’ αμέσως απεφάσισεν να το κατατσακίση
παρά εχθρός τον πόδα του στο πλοίον να πατήση.

Τούτο το πλοίον τ’ άξιον ποτέ δεν θέλει γείνη
μόνον η λύπη κ’ ο καμός του πλοίου θα μας μείνη.

Του δ’ Εύδουπου ο θάνατος ελύπησε την Σύμη
όπου του έκαμαν ευθύς κιβούρι με ασήμι.

Όλα τα πλοία έφερον τας μελανάς Σημαίας
τιμάς πολλάς του έκαμαν εις τούτον αναγκαίας.  

Διότι ηλευθέρωσε πολλάκις την πατρίδα
από πολλούς  αυτής εχθρούς μ’ αυτήν την Ναυαρχίδα.

Ο Εύδουπος επόθανεν γέρων και τιμημένος
εις δύσιν κ’ εις ανατολήν πολύ εξακουσμένος 

Μετά τον θάνατον αυτού τον διεδέχθη άλλος
ο Φώτιος ο ήρωας κ’ ο θαυμαστός στο κάλλος.

Όμως δεν επολέμησεν ετούτος εις την Σύμην
διότι τον ετρέμασιν για την καλήν του φήμην.

Αφ’ού κ’ αυτός επόθανεν και οι διάδοχοί του
κ’ ο κόσμος ξαναγύρισεν με την περιστροφήν του.

Και πέρασαν χρόνοι πολλοί κ’  αρίθμητοι αιώνες
και εις τον κόσμον φάνησαν κλέπται κ’ απατεώνες.

Εφανερώθην κ’ η Τουρκιά μεσ’ από την Ασίαν
και επολέμαν δυνατά με τόλμην εξαισίαν.

Και εκυρίευσε πολύ μέρος  εις την Ευρώπην
και την Κωνσταντινούπολιν κ’ ετρέμαν οι ανθρώποι.

Τότε πλιόν ενικήθηκεν κ’ η ξακουσμένη Σύμη
όχι από τα άρματα αλλά από την φήμην.

Πρώτον επαρεδόθηκεν η Ρόδος και η Λέρος
η Κάλυμνος η Νίσυρος κ’ η Κως σαν ήτο θέρος.

Η Τήλος λέγω κ’ η Χαλκίς κ’ όλαι αι άλλαι νήσσοι
χωρίς καμιά ν’ αντισταθή δια να πολεμίση.

Μόνον η Ρόδος φίλτατοι δις επολιορκήθη
 αλλ’ ούτε εδιλίασεν ούτε τους εφοβήθη.

Αλλά η έλλιψις τροφών κ’ η έλλιψις Μπαρούττης
έκαμε να παραδοθούν οι στρατιώται τούτης.

Οι δε Συμαίοι βλέποντες άφευκτον την δουλίαν
και πως για να αντισταθούν το έχουν δυσκολίαν,

εσκέφθησαν να στείλωσι πρέσβεις εις τον Σουλτάνον
να προσκινήσωσιν αυτόν μετά των Μεγιστάνων.

Ήλθον οι πρέσβεις προς αυτόν εις Ρόδον και τον εύρον
και τον επροσκινήσασιν ως βασιλέα Βέρρον.

Και δώρα του προσέφερον δια να των χαρίση
να έχουν τα προνόμια αυτοί, κ’ αι άλλαι νήσσοι.

Ο Βασιλεύς Σουλεϋμάν λίαν ευχαριστήθη
και για ασφάλιαν αυτών στην πίστιν του ωρκίσθην.

Να έχουν τα προνόμια κ’ όλα τα έθιμα των
ποτέ δε να μην αρνισθή κανένα ζήτημά των.

Φόρους να μη πληρώνουσιν και ούτε στρατιώτας
να βάλλουν δε και δικαστάς από τους πατριώτας.

Επίσημον δε έγγραφον και χρυσοσφραγισμένον
και από τους πασάδες του όλους μαρτυριμένον,

έδωσεν για απόδειξιν να έχουν οι Συμαίοι
ότι να ειν’ ελεύθεροι και γέροντες και νέοι.

Το δ’ έγραφον που έδωσεν Σουλεϋμάν ο πρώτος
εις τους Συμαίους έγραφεν λέγω τοιουτοτρόπως.

  ---------      Όρκος του Σουλτάνου  ---------

Εγ’ ο Σουλτάν Σουλεϋμάν ο και  υιός Σελίμη
ο δίδων την απόδειξιν εις το νησσί την Σύμην.

Ομνύω πρώτον στον Θεόν τον ποιητήν του κόσμου
μα το σπαθί που Ζώννωμαι ομνύω μα το φως μου.

Ομνύω μα τον ουρανόν μ’ Ανατολήν και Δύσι
και μα την γήν που τα κορμιά θε να μας καταλύση.
  
Ομνύω στον Προφήτην μας κ’ εις τα επτά Μουσάφια
που έχωμεν κ’  ομολογώ μ’ όλα μου τα συνάφια.

Μα την ψυχήν του πάππού μου μάμμης και του πατρός μου
μα τα παιδιά μου π’ αγαπώ μα μάτια και μα φως μου.

Μα ότι έχω ακριβόν που νάνε εδικόν μου
μα την ψυχήν και πίστιν μου μα το Βασίλιόν μου.

Προστάζω και ομολογώ για το νησσί την Σύμην
να είνε πάντ’ ελεύθερον για την καλήν την φήμην.

Ένεκα που προσκίνησαν προτού να τους βιάσω
προτού να βάλω τον σκοπόν να τους εξουσιάσω.

Και ήλθον κ’ επροσκίνησαν με θάρρος ως παιδιά μου
να εύρουν τίποτις καλόν από την Αφθεντιάν μου.

Γι’ αυτό κ’ εγώ εχάρισα εις τους Συμαίους μόνους
να έχουν τα προνόμια και τους δικούς των νόμους.

Μακτούν να είνε το νησσί φόρους να μη πληρώνουν
ούτε παιδιά για τον στρατόν ποτέ των να μη δώνουν.

Τελώνια και τα λοιπά να είνε εδικά των.
ελεύθερα να έχωσι και τα θρησκευτικά των.

Ελεύθερα να κτίζωσι ναούς και εκλησίας
πλοία και λέμβους και λοιπά μύλους και πραγματείας.

Ποτέ να μ’ αγκαρεύονται από την Αυθεντιάν μου
από τους Διαδόχους μου μηδ’ από τα παιδιά μου.

Κ’ όστις μεταγενέστερος θελήση να χαλάση
αυτόν τον όρκον πούκαμα ο Θιός να τον κολάση.

Διοτ’ εγώ ενίκησα όλην την οικουμένην
και εις την Σύμην μοναχά έχω μακτούν δοσμένην.

Όστις Σουλτάνος ύστερον πασχίση να προσθέση
φόρους καινούργιους στο νησσί π’ τον θρόνον του να πέση.

Να ειν’ αποσυνάγωγος π’ τον μέγαν μας Προφήτην
κ’ από εμέ τον βασιλιάν τον και Ιδιοκτήτην.

Όστις απ’ τους Πασάδες μου ή ύστερον ή τώρα
προσθέση φόρον στο νησσί ή και ζητήση δώρα,

να ονομάζετ’ άπιστος εις πίστιν και  εις Νόμον
ή δε αθλία του ψυχή να πέση εις  τον βρώμον.

Όστις θελήση αναιδώς τίποτις να προσθέση
και την υπογραφήν εμού ατίμως ν’ ανερέση,

να γείνη αρνησίθρησκος Πασάς είτε Σουλτάνος
να λέγετε δε άνομος κ’ άτιμος Λαοπλάνος.

Διότι με ετίμησαν οι ευγενείς Συμαίοι
Άνδρες γυναίκες και παιδιά και γέροντες και νέοι.


Δέκα χιλιάδες γρόσια να δίδουν δε τον χρόνον
για πληρομήν του Γιούσμπαση και των  ζαπτιέδων μόνον.

Και να χαλάσουν όλα των τα κάστρα οπού έχουν
και πάντοτε εις το καλόν και προκοπήν να τρέχουν.

Με Όρκον μέγαν και φρικτόν μ’ όλους μου του Πασάδες
εν έτει από κτίσεως κόσμου επτά χιλιάδες,

κ’ εξήκοντα, υπέγραψα μαζύ με τον Βεζύρην
και με τον Σαγανό Πασάν του στόλου Νοικοκύρην.

Εν έτει εννιακόσια πεντήκοντα και έξη
«Εγίρας» (έτος Τουρκικόν) «Τ’ Αλκορανίου πράξι».

Ακόμ’ αυτό το έγραφον ευρίσκετε εις Σύμην
ήτις και χαίρει δι’ αυτό υπόληψιν και φήμην.

Στα χίλια πεντακόσια εικοσιτρία έτος
Φεβρουαρίου είκοσιν της Σύμης δουλοθέντος,

εις τον Σουλτάνον έστειλαν δέκα χιλιάδες γρόσα
τον άλλον χρόνον δ’ έπρεπε να στείλουν άλλα τόσα.

Ο Βασιλεύς εχάρηκε και έστειλε Μουχτάρη
φόρον δε περισσότερον του είπεν να μη πάρη.

Εδίκαζε με Χριστιανούς Δημάρχους λεγομένους
Συμαίους με συνέλευσιν κοινήν εξελεγμένους.

Αυτήν την Τύχην έλαβον κ’ όλαι αι άλλαι νήσσοι
και έχαιρον παρά πολύ για την καλήν των ζήσι.

Εις τον Σουλτάνον ηύχοντο να ζή και να γεράση
και τίποτις δυστήχημα ποτέ μη δοκιμάση.

Και ήσαν δώδεκα νησσά σ’ αυτά που εχαρίσθη
όπως την νήσσον δηλαδή Σύμην μετεχιρίσθη.

Και πρέπει να ευχαριστούν την Σύμην ως αιτία
όπου τας ηλευθέρωσεν από την τυρρανίαν.

Έχαιρον όλα τα νησσά πλούτη κ’ ελευθερίαν
κ’ εις τον Σουλτάνον ηύχοντο παντοτινήν ανδρίαν.

Η Σύμη δε πρωτεύουσα στα δώδεκα νησσία
για λόγου της εσφάζοντο κ’ εγίνοντο θυσία.

Επέρασαν χρόνοι πολλοί ζώντες εν ησυχία
ελεύθεροι και πλούσιοι με την σπογγαλιεία.
Εχάλασαν τα κάστρα των άφησαν το κουράγιο
και τα κανόνια έθεσαν για δέστραις στο μουράγιο.

Το όπλα των τα έρριψαν χατήριν του Σουλτάνου
προστάξει τ’ Επισκόπου των Αγίου Μητροφάνου.

Έγειναν δε σπογγαλιείς ζώντες δια των σπόγγων
εξάγοντες εκ του βυθού πολύ μεγάλον όγκον.

Και χρήματα εκέρδιζαν πολλά μ’ αυτήν την πράξιν
και όλα στην Πατρίδα των τα είχαν με την τάξιν.

Μόνη η Σύμη λέγεται μήτηρ της ευφυϊας
και γενικός διδάσκαλος της σπογγοαλιείας.

Και πρώτον μεν εμάθασι να πιάνουν τα σφογγάρια
με τά καμάκια, έχοντες μακρύτατα κοντάρια.

Με βάρκαις επηγαίνασιν έως το Παρασάμι
και πλιο τεχνίτην είχασιν τον Γέρο Κορασάνη.

Μετά καιρόν δε κάμποσον Ηλίας ο Καρνάβας
ηύρεν και άλλην μέθοδον την Τέχνην της Κανκάβας.

Στα χίλια επτακόσια έτος και δεκατρία
ηύρεν αυτήν την μέθοδον για την Σπογγαλιείαν.

Ούτος μεν ήτο  Συμιακός ετράφην δε εις Σμύρνην
εσπούδαζεν σιδηρουργός και τέλειος εγίνη.

Είχεν και έναν αδελφόν και λέγονταν Νικόλα
κ’ ήταν τεχνίτης άνθρωπος και άξιος εις όλα.

Αυτοί οι δύο αδελφοί ελθόντες εις την Σύμη
απέκτησαν υπόληψιν μεγαλωτάτην φήμην.

Διότι εφευρήκασι την Τέχνην της Κανκάβας
και ήτον πλιό επικερδής τέχνη από τας άλλας.

Διότι εμαζεύασι πλήθος πολύ σφογγάρια
κ’ αμέσως επαράτησαν κάμποσοι τα κοντάρια.

Αυτ’ η Κανκάβα φίλοι μου κ’ αγαπητοί μου νέοι
ακροαταί μου ευγενείς και γέροντες γεναίοι,

ειν’ ένα πράγμα σιδηρούν μακρύ οργίαις πέντε
στρογγύλον, κ’ από τα πλευρά δεμένον με τον κόντε.

Αι άκραι του δε εινε στραβαί και κάμνωσι γωνία
τα δε άκρας ω φίλοι μου τας λέγωσι χωνία.

Εις τα χωνία δε αυτά από το εν ως τ’ άλλο
καρφώνουν ξύλον στρογγυλόν με θαυμασμόν μεγάλον.

Τούτο το ξύλον λέγουσι Σαΐτταν της Κανκάβας
σ’ αυτήν την τέχνην έκαμεν καμιάν φοράν κ’ ο Γιάβας.

Ανάμεσα στο σίδηρον καθώς και εις το ξύλον
θέτουν Μπλεμάτι σχοίνενον και κάμνει κόλπον κοίλον.

Πλέκονται δε εκ φιμιγκών ετούτα τα Μπλεμάτια
και έχουν γρύπου σχέδιον οπού’νε όλον μμάτια.

Την δένουν δε απ’ τας πλευράς με δυνατόν σχοινίον
και καλουμέρωσιν   αυτήν ‘πάνω από το πλοίον.

Αφ’ ού θα την πατώσωσι κάμνουσι τα παννιά των
και καλουμέρουν είκοσιν οργές απ’ τα σχοινιά των.

Κ’ αμέσως ολ’ ανάσκελα τον ίσκιον ’πο σταβέντου
τέχνη για τους Τεμπέλλιδες και γιά τους Αλαμέντους.


Αφ’ ού τραβίξη κάμποσον στης θάλασσας τον πάτο
και ρίψει στην σακκούλαν της ότι κ’ αν εύρη κάτω,

το πλοίον να πλωρίζωσιν και πιάννουν τον Αργάττη
και είνε όλοι των ή τρεις ή τέσσαρες νομάτοι.

 Και με την μηχανήν αυτήν που είνε στο αμπάρι
λεβέρουν την Κανκάβαν των με όλα της  τα βάρη.

Γιατί γεμίζει άγρια πέτρας είτε και λάσπην
ενίοτε δε έρχεται και με σφογγάρια χάππην.

Αφ’ού θα την λεβάρωσιν κι’  αφ’ ού την ξενερίσουν
στην βάνταν την γαζώνουσιν για να την ξεψαρίσουν.

Και βρίσκουν μέσα χαβαλέ, άγρια και Σκατιάδες
ασκέλλους, πέτρας, κοκκινιές, κ’ αγριομελαττάδες.

Πλήθος σταμνία παλαιά, και τινα με σφογγάρια
και σπίννες μεγαλώτατες, με τα μαργαριτάρια.

Αφού την ξεψαρίσωσιν κ’ αφού την καθαρίσουν
αυτήν την Μέζο Μηχανήν, πάλι θα την αφίσουν.

Και κάμνουν τα παννία των, κ’ ευθύς στον ύπνον πάλι
και έχουν δυσκολιάν πολλή, και κούρασιν μεγάλην.

Ως και τα καϊκάκια των, τα έκαμαν λατίνια
και είνε ευκολότερα, και γρήγορ’ ως δελφίνια.

Μήτε εις το πηδάλιον, άνθρωπον δεν αφίνουν
διότι είναι περιττός και ύπνον καταπίνουν.

Μ’ αυτήν την τέχνην κάμποσοι, ζώσι στην νήσσον Σύμην
αλλά οι Αλικαρνασσείς την έχουν επιστήμην.

Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι αυτής της πολιτείας
ζουν με αυτήν την μέθοδον της σπογγοαλιείας.