Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Μερος 6. οι Συμιακοι και η Συμη


                   «…   Σύμη  ...»

Αχ τέκνα μου παμπόθητα παιδιά μου λεοντάρια
υιοί μου αξιέπαινοι λαμπρά μαργαριτάρια.

Αχ πολυγαπημένοι μου Συμαίοι Δοξασμένοι
σ’ άσπρην και μαύρην θάλασσαν πολύ εξακουσμένοι.

Εχ’ο θεός και για εσάς παιδιά μου μη λυπάσθε
μόνον και την Μητέρα σας την Σύμην να’ νθυμάσθε.

Σας εύχομαι ως Μήτηρ σας νά ’χετε την ευχήν μου
και πάλιν να γυρίσητε με πλούτη ω υιοί μου.

Καλόν σας κατευόδιον Συμαίοι παλικάρια
τέκνα μου γνησιώτατα υιοί μου λεοντάρια.

Καλόν σας κατευόδιον Συμαίοι παινεμένοι
που μέσα στην Μεσόγειον είσθε εξακουσμένοι.

Καλόν σας κατευόδιον Τέκνα μου ζαχαρένια
αργυροχρυσωμένα μου και μαργαριταρένια.

Καλόν σας κατευόδιον και ο Θεός μεγάλος
και πλούσιοι θα έλθητε σ’ εμένα δίχως άλλο.

Καλόν σας κατευόδιον και ο Θεός μαζί σας
ρόδα και τριαντάφυλλα στα διαβήματά σας.

Απόγονοι  υπερένδοξοι ένδοξων απογόνων
πάντοτε θα σας εύχομαι εν μέσω των  αιώνων.



             Περί Ελευθερίας των Μηχανών
        και περί αποκαταστάσεως της Σύμης.
                                   1885

Πάλιν ο πόθος με κινά κ’ ο έρως της πατρίδος
να παραστήσω να σας πω του Βασιλιά το είδος.

Ούτος ο Υψηλότατος και δυνατός Σουλτάνος
έγραψεν κ’ επαρήγγειλεν από την Πύλην άνω,

να παύσωσιν αι μηχαναί και πλιον μη ακουσθώσι
και όσαι παρακούσωσι να Καρμανιολλισθώσι.

Υπήρχον όμως μερικοί και τον ηναντιούντο
καθώς επροεγράψαμεν και δεν τον εφοβούντο.

Όλος ο κόσμος ήθελεν προπάντων δε στην Σύμην
για να την αφανίσωσιν αυτήν την επιστήμην.

Γιαυτό αμέσως έστειλαν και τους πληρεξουσίους
εις την Κωνσταντινούπολιν τους πλέον εξεσίους.

Αλλά αυτοί δεν έκαμαν τίποτε εις την Πόλι
παρά που μας ηφάνισαν ακόμα οι διαβόλοι.

Διότι εκατάφαγαν δυο Μιλιούνια γρόσα
κ’ εις την αποζημίωσιν ακόμα άλλα τόσα.

Διότι αν δεν έστελλον ετούτο το φερμάνι
ποτέ σε τέτιαν μάνιτα δεν ήθελον μας βάλη.

Να γείνωμεν δυο κόμματα κ’ όλον να πολεμούμεν
ταις μηχαναίς στα μαγαζά με μάνιτα να σπούμεν.

Αιτία ο Σουλτάνος μας μας έβαλεν σ’ αμάχη
κ’ εγείνημεν δυο κόμματα σαν Μολδαυοί και Βλάχοι.

Και όλ’ εμουφλουζεύσαμεν εις το νησσί της Σύμης
από τα τόσα έξοδα της Διαταγής εκείνης.

Χαλάλι θα τα κάμναμεν αυτά και άλλα τόσα
κ’ ακόμα ας εφεύγανε εξ μιλιούνια γρόσια.

Και όχι να μας αρνισθή και την υπογραφήν του
και να χαθή τόσος λαός υπό την ’ποταγήν του.

Τί να γεινούμεν πλιόν κ’ ημείς αφ’ ού οι Βασιλείς μας
τους λόγους των τους ανερούν τους για διαφεντευσίν μας;

Σουλτάνος Υψηλότατος σ’ Ευρώπην κ’ εις Ασίαν
να ανερεί υπογραφές χωρίς καμιάν αιτίαν.

Κ’ έστειλεν πάλιν άδειαν ελεύθεραι να ήνε
και άκαιραι αι προσταγαί αι προτηναί εκείναι.

Έστειλεν και Κοτσάνια να πάγουν να βουττούνε
Θεέ μου! … ας μου ήκουες…. σαν σκύλλοι να ψοφούνε.

Το κόμμα των μηχανικών εχάρικεν μεγάλως
διότ’ αυτοί εκέρδισαν κ’ όχι κανένας άλλος.

Και υπεριφανεύθησαν έξω από τον νόμον
Θεέ μου! … μη μας τυρραννείς πλέον σ’ αυτόν το κόσμον.

Και έχουν τους κολυμβητάς πλέον ώσπερ γουρούνια
ενώ αυτ’ οι μηχανικοί θράφησαν με λουμπούνια.

Και με κορδίνων ψίχαλα κ’ εκείνα κριθαρένα
με μονοκούκια χόνδρενα και καταμουχλιασμένα.

Τώρα γιατί εφάγανε ψωμί καλό από σιτάρι
νομίζουν οι ανόητοι πως δεν είνε γαδάροι.

Ήρχισαν να νομίζωσι πλέον πως είνε κάτι
που να των φάγ’ η μηχανή τ’ αυτιά και τόνα μμάτι.

Έκαμαν μίαν έπαρσιν και τόσην περιφάνια
οπού θαρρούν πως έβαλαν βασιλικά στεφάνια.

Όμως περνούν τώρα καλά γιατί των δίδουν λίραις
κ’ απ’ταις ταβέρναις διάζουσι τα ρούμια και ταις Μπίραις.

Οι δυστυχείς κολυμβηταί βλέπουν και καταπίνουν
και όταν τα ενθυμιθούν δάκρυα μαύρα χύνουν.

Τίποτε δεν ισχύουσι τώρα στας συνελεύσεις
και κάθονται οι δυστηχείς πάντοτε εις τας σκέψεις.

Αι Μηχαναί κατήργησαν και την Δημοκρατίαν.
και αντ’ αυτής εσύστησαν την Αριστοκρατίαν.

Και διοικούν οι πλούσιοι μετά των Μανικάτων
και φέρνουν την πατρίδα μας πάντοτε άνω κάτω.

Κ’ έκαμαν νόμους παρδαλούς και κορδολεμιασμένους
νόμους χωρίς ωφέλιαν και κατασκοριασμένους.

Εκύριξαν και πόλεμον φρικτόν κατά των χοίρων
οι δύο νομοθέται μας πούχουν τον νουν εκείνων.

Εσύστησαν κατάστημα δια Λουγκρονομίαν
και στρατιώτας πιταυτού ωσάν αστυνομίαν.

Και περπατούν ολημερίς με όπλα εις τον ώμους
και συχνοπεριστρέφονται επίτιδες στους δρόμους.

Και πάντοτε φονεύουσι άδικα πλήθος χοίρων
χωρίς να πταίσουν τίποτε των δικαστών εκείνων.

Ηκούσθηκεν άλλη φορά λέξις Λουγκρονομία;
στην Σύμην την εσύστησαν ωσάν Αστυνομία.

Νόμους πολλούς και παρδαλούς η Αριστοκρατία
μας φανερώνει πάντοτε σαν νάναι Υπατία.

Κανείς δεν κάμν’ απόφασιν γιαυτά να ομιλίση
και τέτιους νόμους παρδαλούς να τους εσικτιρδίση.

Διότι οι κολυμβηταί που είχον τα πρωτία
τώρα εσιωπίσασιν αι μηχαναί αιτία.

Αν όμως ήτον προς αλλιώς να δουν τους βουττικτάδες
να τους κτυπούν σαν φαρδακλούς και σαν ταις κουκκουβάδες.

Αλλά δεν έχωσι πτερά τώρα οι καϋμένοι…
και κάμνουν πως δεν βλέπωσι κ’ είνε σαν τυφλωμένοι.

Ο κόσμος όμως φίλοι μου γυρίζει ως η σφαίρα
κ’ έχω ελπίδαις στον Θεόν, το ότι μιαν ημέραν,

το Βούττος να αναστηθή κ’ αυτοί να πέσουν κάτω
να πάγουν εις τ’ ανάθθεμα μετά των μανικάτων.

Όλα ειν’ εξ αμαρτιών όπου σ’ημάς τυχαίνουν
και όσα καθημερινώς βέβαια μας συμβαίνουν.

Δεν γράφουν τα βιβλία μας το πώς θα βασιλεύση
στον κόσμον ο Αντίχριστος κ’ όλους να μας σφραγίση;

Μέλλει να κάμη πόλεμον και όλους να νικήση
κ’ όλος ο κόσμος δεν γραφεί πώς θα τον προσκινήση;

Πιος άλλος είνε το λοιπόν Αντίχριστος στον κόσμον
παρά αυτή η μηχανή και πλιο αφορισμένον;

Όπου πολλούς επλάνεσε για την παραλυσίαν
τέχνη που εμποδίσθηκε κ’ από την εκλησίαν.

Πόσους λέγω εσφράγισεν η μηχανή ετούτη
πόσους κοτσούς πόσους λυτούς και πόσους μ’ άλλα πλούτη;

Πόσους πολέμους έκαμαν κάτω στο Παρασάμι
και πόσους πλέον τρομερούς επάνω εις την Σύμη;

Όμως είναι ενικήθηκεν διόλ’ αυτή η τέχνη
ούτε κανένας βασιλιάς στο κράτος του την διόχνη.

Την Μηχανήν ω φίλοι μου Αντίχριστον την γράφω
και είμαι βεβαιότατος χωρίς να έχω λάθος.

Και όστις ειν’ αμφίβολος καλά ας το λογιάση
την θείαν αποκάλυψιν ας πιάση να διαβάση.

Να δη πως γράφη μέσα κει, ότι θα ερημώσουν
πόλεις και μερικά νησσά και κάστρη να χαλάσουν.

Όλα αυτά δεν γείνονται θαρρώ αυτά τα χρόνια;
την Χιον μήπως την χάλασαν πολεμικά κανόνια;

Πόσα χοριά ερήμωσαν και πόσαι πολιτείαι
κ’ ακόμα θα ριμώσωσι, καθώς και Βασιλείαι;

Αντίχριστος η μηχανή τέχνη κατηραμένη
κ’ εις την μεγάλην εκκλησάν είν’ απηγορευμένη.

Δεν πρέπει να τους θάπτωσι αυτούς τους μανικάτους
διότι θεληματικώς θέλουν τον θάνατόν τους.

Τους κάμνει και κοτσαίνουσι κ’ άλλους καβούρια κάμνει
και κατουρούν απάνω τους και άλλους θανατώννει.

Άλλους στραβώννει παντελώς και βγάλλει των τα μάτια
και άλλους κατακάπτουσι και κάμνουν τους κομμάτια.

Διότι πρίσκονται πολύ και δεν χωρούν να βγούνε
μέσα από το φόρεμα και μέσα κει ψοφούνε.

Τι γούστον είνε να θωρείς αυτούς με δεκανίκια
να περπατούν εις την γραμμήν όλοι σαν τεφαρίκια.
Τα κόκκαλά των παίζουσι όταν περιπατούνε
και κάμνουν σαν Σαρμόνικες κ’ ολόρθου κατουρούνε.

Τα πόδια δεν τα νιόθουσι, αλλ’ ούτε καν τα χέρια
μακάρι να κατατρυπάς αυτούς με τα μαχαίρια.

Και μόλον τούτο γείνονται τον κάθε χρόνον κ’ άλλοι
και δεν βλέπουν τους παλαιούς που έχουν τόσα κάλλη.

Που σύρωνται ως ερπετά και όπως τα γουρούνια
και όπως γαργαρίζουνε στο χώμα τα μαμούνια.

                      Περί του Ποιητού

Αν θέλετε να μάθετε τον ποιητήν ω φίλοι
στην Σύμην εγεννήθηκεν την πρώτην του Ιούλη.

Στα χίλια οκτακόσια κ’ εις τα εξήντα δύο
ήτον δυο ώραι της Νυκτός και των Αγ’ Αναργύρω.

Ημέρα ήτο Σάββατο και κρέατα εψήννα
η δε μαμού του ήτανε η θεια του η Χριστίνα.

Τωρ’ όμως εμεγάλωσεν και έβγαλεν μουστάκια
βγάλλουσι δε κ’ οι ποντικοί αλλ’ είνε μικρακάκια.

Τα γένια του τα ξύρισεν και δι’ αυτό δεν έχει
και όταν θα φυτρώσωσιν με το νερόν τα βρέχει.

Και πιάννει ένα ξυραφάν κ’ όλα τα ρίχνει κάτω
γιατί του κάμνουν χαβαλέν στο στόμα του πιο κάτω.

Ξυρίζει τα μουστάκια του μόνον το καλοκαίρι
δια να μην ναμουσουρούν όταν αέρας παίρει.

Το καλοκαίρ’ είν’ βουττικτής και πάγει στα σφογγάρια
και τον χειμώνα αρχηγός σ’ είκοσιν λεοντάρια.

Η τέχνη του ’νε ναυτικός δια την λούτρα λόστα
κ’ από οπού περνά και η Οβρέκια πόστα.

Υπήγεν κ’ εκατούρησεν και την μαραγκοσύνην
τρεις τέσσαρας χειμώνιδες εις το νησσί την Σύμην.

Αυτός  δεν είνε ποιητής ούτε κανείς εκδότης
μόνον δε ταις αποκριαίς γίνετε στρατιώτης.

Το όνομα του λέγουντο Κουέστον Πολυνίκην
τον τρέμουσιν οι Οβριοί και μέσ’ τη Σαλονίκην.

Είνε Αρσίζης άνθρωπος βαριέτε την Ρεμπέττα
ειν’ Γεμιζής στην Σκλίπεριν και όχι σε Γουλλέτταν.

Αν τυχόν δεν σας ήρεσε τούτη η ιστορία
οπού γραψεν ο ποιητής Σύμης την Τυρρανίαν,

πρέπει να συμπαθήσετε αυτόν που δεν γνωρίζει
διότι άλλον δεν έχει που να τον διορίζει.

Να γράφη τεχνολογικά μ’ οξίαν και βαρείαν
δια ν’ αρέση εις εσάς την γνωστικήν παρίαν.

Δεν ξεύρει γράμματα πολλά ούτε ορθογραφία
κ’ έπειτα δεν ειν’ κ’ αυτοί καμιά γεωγραφία.

Λοιπόν να συμπαθήσητε τον παλιοποιητήν σας
οπού σας εξεκούφανε και τάραξεν τον νούν σας.

Δεν έγραψα για να φανώ εκδότης ή Συντάκτης
διοτ’ εγώ παμφίλτατοι είμαι της Λόστας ναύτης.

Ο Έρως της Πατρίδος μου μέ καμεν να εκδόσω
αυτό το βιβλιάριον δια να φανερώσω,

τα πάθη και τα βάσανα όπου την βασανίζουν
την Σύμην την Μητέρα μου και πως την αφανίζουν.

Ω Ερασμία μου πατρίς Σύμη εξακουσμένη!
σ’ όλα της γης τα πέρατα σ’ έχουν ζωγραφισμένη!

Ω Ερασμία μου πατρίς αντίκα του Λεβάντη
όλοι της γης οι φθονεροί εσένα χουν στο μμάτι!

Σύμη καθέδρα των σοφών και των ανδρειοτάτων
Πατρίς ανδρών εργατικών στον νούν  εμπειροτάτων!

Σύμη αντίκα των νησσών  και ως προς την ανδρείαν
εις την φιλοξενίαν σου, τέχνας, κ’ εις την παιδίαν!

Έχεις σχολεία πάμπολλα και παρθεναγωγεία
έχεις  αναγνωστήριον κ’ ωραία καβενεία.

Σύμη ηγαπημένη μου, Σύμη ωραιοτάτη,
Σύμη καθάριον μάλαμα και χάριτες γεμάτη.

Είσε η πλέον  ευγενής    όσον για τους ανθρώπους
οίνινες εγεννήθησαν και με ωραίους τρόπους.

Ποτέ δεν έμενες κενή κ’ έρημη απ’ ανθρώπους
οίτινες ξενιτεύονται εις τους αγρίους τόπους.

Μία καμπανελλόπετρα ειν’ το σιδερικόν μας
και μια Απόχη κρέμμετε πάντοτε στον λαιμόν μας.

Αυτήν την τέχνην κάμνουσι και γέροντες και νέοι
και την εκληρονόμισαν οι άνδρες οι Συμαίοι.

Κτήματα δεν ευρήκαμεν χωράφια για να ζώμεν
στης θάλασσας τα κύμματα ως ψάρια κολυμβώμεν.

Την θάλασσαν μας άφησαν ως γην να γεωργώμεν
προίκα των προπατόρων μας να την διατηρώμεν.

Στην θάλασσαν ευρήκαμεν αμπέλους κ’ ελαιώνας
κ’ αυτή είναι η τέχνη μας εις πάντας  τους αιώνας.


                                    ΤΕΛΟΣ

==================================================      

Μια δουλεια της ΕΛΕΝΗ ΚΛΑΔΑΚΗ ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ   





* Αυτά τα ερείπια φαίνονται μέχρι σήμερον εις την θέσιν……..? ( σημ. Κ.Κ.)
* Ιδε « Συμαϊδα» (σημ Κ.Κ.)
* Παπά Στρατής: Εφημέριος Μοναστηρίου εις το στόμιον του λιμένος όστις εκτύπαν τους κώδωνες της εκκλησίας ως χαιρετιμσόν εις όλα εν γένει τα πλοία, εισερχόμενα και εξερχόμενα ( Σημ. Κ.Κ.)

* Κάμπος, ναυπηγείον της νήσσου Σύμης ή και Ταρσανάς Ηλίας, ναυπηγός, και προπάντων σταις Σκάφαις των Συμαίων. Εγεννήθη δε και ανετράφη εις την νήσσον Σύμην. ( Κ.Κ.)
(α) Μασούρα, είνε Φρεγάδα Τουρκική σκοριασμένη με την οποίαν ήλθεν και πριν ο Βαλής και με άλλα ακόμη παπόρια δια να συλλάβη τους επαναστάτας, ως άνωθεν είδαμεν εις το δεύτ

1 σχόλιο:

  1. Ειμαι υπερηφανος που ειμαι απογονος αυτου του μεγαλου ανθρωπου,του μεγα αυτου ποιητη και στοχαστη.Ευχαριστω το Θεο για αυτο.
    Νικος Λ. Ιωαννιδης
    εγγονος Νικολαου Κυραμαριου
    και ανηψιος Λουκα Νικολ.Κυραμαριου(αλλη μεγαλη ξεχωριστη προσωπικοτητα).

    ΑπάντησηΔιαγραφή