Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Μερος 2. Περί του Βούττου


                       Περί του Βούττου

Πρωτ’ οι Συμαίοι έμαθον να κολυμβ’ άνω – κάτω
να βγάλλωσιν σφογγάρια π’της θάλασσας τον πάτο.

Στα χίλια επτακόσια και είκοσι εννέα
εβγήκ’ αυτή η μέθοδος η θαυμαστή και νέα.

Από τους δύο αδελφούς Νικήταν κ’ Ιωάννην
Συμαίους φιλοπάτριδας που άλλος δεν τους φτάνει.

Από το γένος Τσατταλιού είν’ τούτα τα λιοντάρια
οίτινες έκαμαν αρχή του βούττου για σφογγάρια.

Και τούτοι πρώτοι έμαθαν την μέθοδον του βούττου
και πρέπει να σεβώμεθα τους δύο άντρας τούτους.

Όμως δε δεν εγνώριζαν διόλου καμπανέλλι
ούτε καμπανελλόπετραν, αλλά τα βρίκαν άλλοι.

Καρανικάκης ήτανε οπού δείξεν την πέτραν
με το να είχεν νουν καλόν και φρόνησι και μέτρα.

Στα χίλια οκτακόσια και είκοσιν εννέα
ηύρεν αυτήν την μέθοδον την θαυμαστήν και νέα.

Τούτη η τέχνη φίλοι μου, είνε εντροπιασμένη
είνε η πλέον άτιμος κ’ η πλέον δοξασμένη.

Τέχνη γυμνή ολόγυμνη με δίχως μεσημέρι
τέχνη οπού δουλεύεται στα πλέον άγρια μέρη.

          
            Μέθοδος της σπογγαλιείας.
      Πάθη και βάσανα των Κολυμβητών


Όσοι είναι περίεργοι και επιθυμούν το γούστος
τα βάσανα των Συμιακών που πάσχουν εις το βούττος,

ν’ ανοίξωσιν τα αυτία των, καλά για να γροικώσιν
να δώσιν πόσα βάσανα έχουν σαν κολυμβώσιν.

Χειμώνα θα τσουρμάρωσιν με τον καραβοκύρην
και τούτος είν’ υπόχρεος χιλιάδες να των δίδη.

Τόκον να του πληρώνωσιν και ναν’ προνομιούχα
όταν θα επιστρέψωσι πίσω απ’ την Μανδρούχα.

Για Κρήτην για Καραμανιάν και για τα Ρημονίσσα
αλλά κ’ εις το Κουτσούκκαλη πρώτα εξεκινούσα.

Όταν εμβ’ ο Απρίλλιος αρχίζουν την δουλιάν των
ταις σκάφαις παλαμίζουσιν, τοιμάζουν τ’ άρμενά των.

Ταις σκάφαις χρωματίζουσι με χρώματα ποικίλα
κ’ είν’ αι πλέον εύμορφαι από τα πλοία όλα.

Οι Ευρωπαίοι για τιμήν και περιέργειάν των
τας έχουσι ζωγραφιστάς μέσα στην κάμαράν των.

Είνε τα πλέον γρίγωρα και δυνατά καϊκια
μάλιστα δε ζωγραφισταίς είνε σαν τεφαρίκια.

Λοιπόν ως εμβ’ ο Απρίλλιος όλοι μικροί μεγάλοι
ταις σκάφαις διορθώνουσι με προθυμιάν μεγάλη
Άλλοι κατραμαδιάζουσιν, άλλοι παννία ράπτουν
και άλλοι εις το μαγαζί τον καβουρμάν των κόπτουν.

Είν’ από κρέας βοδινόν ή από κρέας τράγων
καλά το καβουρδίζωσι να τώχουν στην δουλιάν των.

Ύστερα θ’ αρματώσωσι τα άξια τα πλοία
οπού θαυμάζει εις αυτά κ’ η Ναυτική Αγγλία.

Διότι είνε τεχνικά, με τεχν’ αρματωμένα
κ’ ωσάν παπόρια πυργωτά στη θάλασσα χωσμένα.

Αφού τα αρματώσωσι θα πα τα σαβουρώσουν
κ’ από χαλίκι διαλεχτό τ’ αμπάρη θα γεμώσουν.

Ύστερα θα μπαλκάρωσιν τροφάς και εργαλεία
σχοινιά πολλά και σίδερα για την σπογγαλιείαν.

Γεμίζουσι το πλοίον των ψωμί κρασί και λάδι
αλήθια δε και το ψωμί είν’ όλο παξιμάδι.

Παίρνουν διάφορα φαγιά και εκλεκταίς κουμπάνιαις
διότι και η τέχνη των ειν’ δύσκολ’ απ’ ταις άλλαις.

Όταν θα τελιώσωσι θα πα λογαριασθούνε
κ’ εις του καραβοκύρη των κρασί πολύ να  πιούνε.

Να κάμουν τα Ομόλογα καθώς το ιδικόν του
δια τα όσα τράβηξε δια το σπιτικόν του.

Όταν θα έλθη ο καιρός και του φευγιού ημέρα
απ’ το πρωί σηκώνουσι σημαίας στον αέρα.

Σινιάλλον εις το άλμπουρον, σημαίαν στην Μιζάνα
τοιμάζει κ’ ο παπά Στρατής* κ’ ο γυιός του την καμπάνα.

Τρεις ιερείς θα έλθωσι μετά  το μεσημέρι
να κάμωσιν αγιασμόν στης σκάφης το αμπάρι.

Ο Πλοίαρχος  κι οι Σύντροφοι όλοι θα μαζευθώσι
Θεόν τον Παντοκράτωρα να επικαλεσθώσι.

Όλαι αι Οικογένιαι και των οκτώ   συντρόφων
θα κατεβώσι στον Γιαλόν με λυπιρόν τον τρόπον.

Όταν θα κάμνουν Αγιασμόν, μαυρίζουν τον αέρα
από ταις τόσαις τρουμπουνιαίς που δίδουν την ημέρα.

Κάμνουσι φέσταν  τρομεράν προτού να αρμενίσουν
διότι δεν γνωρίζουσιν οπίσω αν γυρίσουν.

Αφού δε ο Αγιασμός και η ευχή τελειώση
κ’ άνθρωπος καλορίζικος τα παλαμάρια λύση,

ευθύς όλοι τοκκέρουσι μ’ όλους τους συγγενείς των
με φίλους και με γείτωνας και με τους εδικούς των.

Και τον σταυρόν των κάμνουσι κ’ εμβαίνουν εις την σκάφην
κ’ επικαλούνται τον Θεόν, άνθρωπος να μην πάθη.

Το σίδερον ή άγγυραν αμέσως θα σαλπάρουν 
και δάκρυα πικρότατα χύνου σαν θα λαργάρουν.

Σηκώνουν τα παννία των κ’ αρχίζουν καραμβίνες
όπου’νε όλαις διαλεκταίς προύτζεναις όλαις φίναις.

Και κάμνουν κρότον τρομερόν μέσα εις το λιμάνι
που στην Μανδρούχα φίλοι μου ξυπνούν τον Αλιβάνι.

Μολέρουν τόσες τρουμπουνιαίς όπου νε μια τρομάρα
μ’ αλήθια δε  κ’ η σκάφη των τρέχει σαν αφοδάρα.

Όταν θα καβαζάρωσι και δεν φαίνονται πλέον
δένουν τους μουσαμάδες των μ’  ένα καλό σχοινίον.


Τον πούσουλα καρφώνουσιν επάνω εις την πρύμνην
κ’ επικαλούνται τον Θεόν να κάμη καλοσύνη.

Γιατ’ είν’ τα πλοία των μικρά το πέλαγος μεγάλο
το πλέον  επικίνδυνον από κανένα άλλο.

Όσοι τραβούν στην Αφρική εις την Αγριοτάτην
όπου δεν έχ’ ανάπαυσιν ο άνθρωπος κομμάτι,

μέραις και νύκτες άγρυπνοι, το πέλαγος ’ρμενίζουν
άλλοι καφέδες ψήνουσι κ’ άλλοι παραμυθίζουν.
Δίχως να ξεύρουν ναυτικήν και δίχως νάχουν χάρτα
γνωρίζουν κ’ αρμενίζωσι τ’ άγρια μέρη ταύτα.

Όταν θα καταλάβωσι πως αι στεριαί  πλακώνουν
αν είναι νύκτα ο καιρός πολλά πανιά μαζώνουν.

Στέκονται όλοι όρθιοι με καθεταίς στο χέρι
και σκανταλιέρουν τα νερά σαν μαθημένα  μέρη.

Κ’ ως  ξημερώση και ιδούν στεριάν και ως γνωρίσουν
σημαίαν θα υψώσωσι και ρούμιν θα κεράσουν.

Ευχαριστούσι τον Θεόν και τον δοξολογούσι
 που φθάσαν κατευόδιον στο μέρος  που ποθούσι.

Ταις καθεταίς δολόνωσι και πιάνουν αλεθρίνους
γιατ’ έχει πλήθος άμετρον απ’ τους ιχθείς εκείνους.

Ύστερα θα τους ψήσωσι να φάγουν και να πιούνε
γιατ’ αύριο έχει δουλιά, σεφτές που θα βουττούνε.

Θα πάγουν για να’  ράξωσιν εις σε κανένα μέρος
να έχουν αύριον κόκκαλα για να βουττώσι πλέον.

Σαν ξημερώσ’ η αύριον δυο, τρεις βουττιαίς θα δώσουν
πασχίζουν όμως  πάντοτε δια να  το σταυρώσουν.

Και όταν το σταυρώσωσι Σημαίαν θα υψώσουν
και τουφεκιάν με νόημα και με ευχήν θα δώσουν.

Πονούσι τα κεφάλια των,  γυρεύουν για να σπάσουν
βάσανα υποφέρουσι τα κάτ’  όσον να πιάσουν.

Άλλοι τα κάτω πιάννουσι και άλλοι δεν τα πιάννουν
πολλοί δ’ από τον σκοτισμόν και το καϊκι χάνουν.

Γυμνοί χωρίς φορέματα βέβαια θα βουττώσιν
αλλ’ ας ειπώ με τι  τροπόν κάμνουν σαν σηκωθώσιν.

Απ’ την αυγήν θα σηκωθούν, τα πρόσωπα θα νίψουν
κ’ επικαλούνται τον Θεόν, στον μόνον που ελπίζουν.

Ύστερ’  αφού προσευχηθούν και κάμουν τον σταυρό των
στην πρύμνην θα  καθίσωσι, να  πιώσι τον καφέν των.
Έπειτα θα σαλπάρωσι, να κάμουν τα πανιά των
δια να αρμενίσωσι να πάγουν στην δουλιάν των.

Τα  κάτω βλέπ’ ο πλοίαρχος κ’ όταν ιδεί την πέτρα
(χρειάζετ’ όμως άνθρωπος με φρόνησιν και μέτρα).

Μιαν  βόλταν θε να κάμωσι δια να σιγουρέψουν
την πέτραν που είδ’ ο πλοίαρχος δια να την ψαρέψουν. 

Αφ’ ού ειπεί ο πλοίαρχος μάϊνα τα  παννία
το σίδερον θα ρίψωσι κάτω με τα σχοινία.

Αφ’ ού πιάση το σίδηρον πάνω στην πέτρα κείνη
οι άνθρωποι θα εκδυθούν, (ωραία επιστήμη!).

Πριν εκδυθώσιν εύχονται και τον σταυρόν των κάμνουν
πρώτον για την υγείαν των, δεύτερον σπόγγους να’ βρουν.

Λοιπόν αφού θα εκδυθούν,την πέτραν των θα πιάσουν
κ’από την πρύμνη βέβαια πρώτην βουττιάν  θα δώσουν.

Όστις θα κάμη τον σεφτέ, θα κάμη τον σταυρόν του
και την απόχην παρευθείς, κρεμμά εις τον λαιμόν του.

Δίκτυ με ράμμα στο λαιμόν και δέσιμον στη μέση
προσεκτικά και ασφαλή δια να μη του πέσει.

Αφ’ού κρεμμάση το λοιπόν στο στήθος την απόχη
και βέβαια με ράμματα δεμένην θα την  έχει,

πιάννει ευθύς την πέτραν του την ασπρομαρμαρένην
και με σχοινίον δυνατόν πολύ καλά δεμένην,

καθίζει εις  την κουπαστήν την άνεσιν του πέρνει
και κάθετ’ ανακούκκουβα έως οπού την φέρνη.

Όταν θα έλθη στο αμήν, σαλτέρει με αγρίαν
και ρίπτεται στην θάλασσα μ’ ατρόμητον ανδρίαν.

Τους πόδας έχει άνωθεν, την κεφαλή του κάτω
και κατεβαίν’ ανάποδα στης θάλασσας τον πάτο.

Και καλουμέρη ο κουπάς με προσοχήν την τόσην
σχοινίον εις τον άνθρωπον έως που να πατώση.
Αφ’ού πατώσει ο άνθρωπος, γυρίζει με τα  πόδια
και γαργαρούν τα πόδια του, όπως και τ’  ακταπόδια.

Κρατά την πέτραν στο πλευρόν με το ζερβόν το χέρι
καμπουριαστός περιπατεί, σπόγγους δια να εύρη.

Βράχους και κάμπους απαντά, χόρτα ποσόν μεγάλο
ευρίσκ’ Αγριοσφόγγαρα, Ασκέλλους, ένα, κ’ άλλο.

Γαλλέτες έχει Κοκκινιές, κ’ Αγριομελαττάδες
υπάρχει ακόμα εν είδος και λέγονται Σκατιάδες.

Είναι ογρίγωρος πολύ, στης θάλασσας τον πάτο
και ώραν αρκετήν κρατά, ολόγυμνος κει κάτω.

Βλέπει τα ψάρια και περνούν, κτυπά μεσ’ η καρδιά του
αλλ’ όμως δεν εννιάζεται, απ’ την παλλικαριά του.

Δέντρα μεγάλα βρίσκονται και άλογα και βάτα
κάτω εκεί  στην θάλασσα, μα δεν τα πιάνει η τράτα.

Σκύλλοι υπάρχουν δυο ειδών επίφοβοι περίσσα
και ωκταπόδια με χαλιά, μακριά ως κυπαρίσσα.

Αφ’ού λοιπόν του βουττικτή παζάρ’ η αναπνιά του
ευθύς το καμπανέλλι του τραβά με την δεξάν του.

Οι δε κουπάδες πιάννουσι με τάξιν και λεβέρουν
και γρίγωρα πασχίζουσι πάνω για να τον φέρουν.

Είνε δε λίαν νόστιμον να βλέπης τους κουπάδες
όταν από την θάλασσα τραβούν τους βουττικτάδες. 

Όρθιοι στέκονται κ’ οι δυό στην κουππαστήν πλησίον
ο δε Μανκγιόρος θα κρατεί στας χείρας το σχοινίον.

Και όταν θα λεβέρωσιν, πιάνει ο ένας πρώτον
τραβά το καμπανέλλι του, μ’  αγρίαν και με κρότον.

Πριν το αφήσει δε αυτός, ευθύς τ’  αρπάζ’ ο άλλος
τραβά και τούτος το σχοινί, βλέπει μη κάμει  φάλλος.

Και πριν το’ φίση και αυτός, τ’  αρπάζ’ ο πρώτος πάλιν
και το τραβά με μάνιτα  και δύναμιν μεγάλη.
Ευθύς ως το αφίσ’ αυτός, ο άλλος πάλιν πιάννει
και όλην του την δύναμιν, στο καμπανέλλιν κάμνει.

Και έτσι κάμνουσι  κ’ οι δυο, έως να τον εβγάλουν
πάνω στην επιφάνειαν, αι δε καρδιαί των πάλλουν.

Αφού θα ξενερίσ’ ευθύς, «Βάστα» θα του φωνάξουν
και παρεκεί πηγαίνουσιν, δια να ξελουφφάξουν.

Ο  άνθρωπος ο Βουττικτής, αφ’ού θα ξενερίση
θα κάτσει εις την κουπαστήν, δια να κατουρήση.

Θα  πιάση την Σινδόνα του, το σώμα να σφογγίση
και ύστερον σαν σφογγισθή, στ’ αμπάρι θα  καθίση.

Προτού καθίση δε αυτός βουττά ευθύς ο άλλος
και κάμνουν ούτω καθ’ εξής, θλιβόμενοι μεγάλως.

Εάν συμβή εις τον Κουπάν, απροσεξίας λάθος
θα υποφέρ’ ο άνθρωπος, στης θάλασσας το βάθος.

Αν η απροσεξία του υπέρ το μέτρον γίνη
υγείαις και χαιρετισμούς ο άνθρωπος τ’ αφίνη.

Έχουσιν όμως πάντοτε τον νουν των στο κεφάλι
όρθιοι στέκονται κ’ οι δυό με προσοχήν μεγάλη.

Περισσοτέρα προσοχή χρειάζεται στο ρέμα
διότι βγάζει άνθρωπος απ‘  την καρδιάν του αίμα.

Τωρ’ οι Συμαίοι έμαθον την μέθοδον της γάσας
και είναι πλέον ασφαλείς ( εύγε Συμαίοι γιά σας).

Πόσοι και ποσ’ εχάθησαν πριν να ευγή γάσα
τους φίλους και τους Συγγενείς κ’ την ζωήν εχάσαν. 

Τωρ’ όμως είν’ ασφάλεια, τουλάχιστον δεν φεύγης
ή ζωντανός είτε νεκρός, επάνω πάντα θα‘ βγης.


Βάσανα είνε φίλοι μου και τέχν’ εντροπιασμένη
κ’ απ’ το πρωϊ ως το βραδύ, θα στέκουν πεινασμένοι.

Όσην μαυράδαν έχουσι τα άτιμα σφογγάρια
τόσην γλυκάδα προξενούν της Σύμης τα λιοντάρια.
Όταν βουττήσ’ ο άνθρωπος και φθάσει εις τον πάτο
εδώ κ’ εκεί παντού θωρεί τα πάνω και τα κάτω.

Και όπου δει μαύρα πολλά, εκεί θα κυνηγίση
τ’ άγρια και τα ήμερα, όλα θα τα εγγίση.

Και όσα εύρη ήμερα, τόσα θα ξεριζώση
και την απόχην του καλά με βίαν να γεμώση.

Σπανίως όμως βρίσκονται, ήμερα μαζωμένα
διότι οι μηχανικοί, τα έχουν φαγωμένα.

Μ’ όταν σωθή η άνεσις και θέλει να τσιμπίση
και με απόχην εύκερην μέλλει να ξενερίση,

αρχίζ’ αναθθεματισμούς κατά των μανικάτων
διότι ερημάξασι της θάλασσας τον πάτο.

Τα χέρια αφανίζονται και όλος ξεματώνει
πλην κάτω εις την θάλασσαν πόνους δεν πολλονιόννει.

Τους πόνους πλέον θα νιόση, όταν θα ξενερίση
όταν με την σινδόνα του το σώμα του σφογγίση.

Άγρια χόρτα απαντά, εάν και του κτυπήσουν
φούσκες σηκώνουν στο κορμί, όπου και άν εγγίσουν.

Από αυτά όσα κτυπούν έχει εν είδος άλλο
που φέρουσι τον άνθρωπο εις κίνδινον μεγάλο.

Βρώμην την ονομάζουσι και είναι ριζωμένη
εις μερικά σπογγάρια, στους πάτους κολλημένη.

Είνε πολ’ επικίνδινος, απ’ όταν τον κτυπήση
διότι όλη η πληγή, που κάμη θα βρομήση.

Πρέπει να κόβη κρέατα με κοπτερά ξυράφια
ο άρρωστος απ’ την πληγήν, (να μη σας τυχ’ αδέλφια).

Υπάρχ’ ακόμα εν είδος, το λέγουν Μενταλλίδα
κ’ ωσάν αυτό χειρότερον, ακόμ’ εγώ δεν είδα.

Είν’ πράγμα που δεν φαίνεται και τους κτυπά στα μάτια
νομίζουν τα κεφάλια των, πως γίνονται κομάτια.
Πέντ’ ώραις θέλουν φίλοι μου όσον ν’ αρθούν στον νου των
κ’ απ’ την ζαλάδα την πολλήν δεν γνώριζον που ήτον.

Όλα αυτά γιατρεύονται και έχουν θεραπίαν
αν και το σώμα των πονεί, και έχει τυρρανίαν.

Αλλά τα ψάρια φίλοι μου, όπου τα λέγουν Σκύλλους
’κταπόδια λέγω και Ξιφιούς κ’ αγριοτάτους Γύλους.

Αυτά τα θηριόψαρα δεν έχουν ιατρείαν
διότ’ αυτά ξεσχίζουσι μ’ αγριοτάτην βίαν.

Και η μεγάλη Σμίνερις αρπά κ’ αυτή ανθρώπους
δεν βρίσκετ’ όμως πανταχού, άλλ’ εις ολίγους τόπους.

Υπάρχει φόβος στο Βατί, στον Δέλφινα ελπίδα
μα ξέχασα για να σας πω και για την Πικτακίδα.

Τριπά τον πόδα και περνά κ’ έχει μεγάλους πόνους
που διαπερνούν τον άνθρωπον, εις της καρδιάς του κλόνους.

Τούτους τους φόβους έχουσιν, όταν θα ήνε κάτω
και δια σπόγγους ερευνούν, στης θάλασσας τον πάτο.

Κύριε Ιησού Χριστέ, ο ων εις κάθε τόπον
φρούρει και διαφύλαττε, το γένος των ανθρώπων.

Σκέπε και διαφύλαττ’ από κάθε εναντίον
τους δούλους σου τους ταπεινούς, που στέκονται στο πλοίον.

Που μέραν νύκταν πολεμούν εις τους αγρίους τόπους
κ’ ολημερίς βουττούν γυμνοί, με βάσανα και κόπους.

Έχουν και άλλα βάσανα, ακόμ’ ακροαταί μου
που είναι δύσκολα κ’ αυτά κι αν θετ’ ακούσετέ μου.

Ο ήλιος καίει τα κορμιά, ευθύς ως εκδυθούνε
κ’ όσον που να μεστώσουνε, πόνους πολλούς τραβούνε.

Υποκάμισον δεν δέχονται, πάνω των να φορέσουν
και κλαίουν πως θα κοιμηθούν και πως θα ημπορέσουν.

Με το πλευρόν δεν δέχονται, αλλ’ ούτε με την ράχην
διότι αιματόνονται, ώσαν να’ τον στην μάχην.
Η μόνη των ανάπαυσις κ’ η μόνη ευκολία
είνε να στέκονται ορθοί ή κούππα με την κοιλία.

Φούσκες σηκόνει το κορμί και έπειτα θα σπάσουν
και γίνονται ελεειναί, όποταν θα ξουγγιάσουν.

Αίματα τρέχουν άμετρα όταν θα τας πειράξουν
και καταντούν ανίαται, εάν δεν τας φυλάξουν.

Γίνονται μαύρα τα κορμιά ένεκα του ηλίου
κ’ ωσάν λουστρίνια φαίνονται, φίνα του Τριεστίου.

Υπάρχουν κ’ άλλοι πειρασμοί, τους λέγουν Αϊθόνες
και βγαίνουν στα κωλόμερα, και πάνω σταις αγγώναις.

Μοσκίταις και Γιαλλόπια κ’ άλλα μασκαρελλίκια
αμέτριτα ευρίσκονται σε τούτα τα καϊκια.

Απ’ το πρωϊ θα κολυμβούν, ο ήλιος ως φωτίση
και τότε θα σχολάσωσι, οπόταν πάλιν δύση.

Και είν’ οι μόνοι ευτυχείς, αν ράξουν εις λιμάνι
διότι αναπαύονται, τουλάχιστον το βράδυ.

Μ’ αν είνε και το ράξιμον, κακόν και μουζομένον
αλλοίμονον στον βουττικτήν, τον Μουζοσταχνομένον.

Ούτε την κάψιν δέχονται, αλλ’ ούτε τον αέρα
αφ’ όλα ταύτα φίλοι μου, πάσχουν την κάθε ημέραν.

Αίματα βγάζουνε πολλά, π΄την μύττην κ’ απ’ το στόμα
κ’ από τους πόνους τους πολλούς, κείττονται εις το στρώμα.

Πονούσιν τα αυτία των, πόνους τρομεροτάτους
τα δόντια και τα μάτια τους κ’ όλα τα κόκκαλά τους.

Βάσανα υποφέρουσι κ’ ανυποφόρους πόνους
και κάθε ώραν αφαιρούν, απ’ την ζωήν των χρόνους.

Από τα τόσα βάσανα, ολίγοι δειλιούσι
και μερικοί δειλότατοι, το βούττος παρατούσι.

Πριν να γενούν αι μηχαναί, υπήρχεν ευκολία
και όχι δεν εδούλευαν με τόσην τυρρανίαν.
Διότι εβουττούσασι, δέκα και δεκαπέντε
σπανίως επηγαίνασιν, οργιές εικοσιπέντε.

Σπογγάρια εύρησκον πολλά, Μελάττια και Τσιμούχες
και τώρα εχαθήκασιν π’ την θάλασσαν και τούτες.

Απ’ το πρωί για καφαλτίν, βουττούν οργιές τριάντα
και να το κόψουν δεν μπορούν, αν πάγουν και σαράντα.

Μεσημεριάζη ο Θεός και γέρνη η ημέρα
κ’ οι άνθρωποι δεν λέγουσιν, ακόμα καλημέρα.

Οκτώ εννιά βουττιές περνούν, να βρουν ένα σφογγάρι
κ’ αίματα βγαζ’ από καρδιάς, το κάθε παλλικάρι.

Αυτά ειν’ τα συμπτώματα των σπογγοαλιέων
τα πάθη και τα βάσανα της τέχνης των Συμαίων.

Και με αυτήν την μέθοδον της Σύμης τα λιοντάρια
ευγάζουν ω ακροαταί τριών ειδών σφογγάρια.

Και μαύρα όντα φυσικά με τέχνην τα ασπρίζουν
πολλ’ αξιοπερίεργον όταν τα καθαρίζουν.

Η Κάλυμνος δε παρευθύς την Σύμην εμιμήθη
την τέχνην της την παλαιάν αμέσως απαρνήθη.

Και έκαμεν σπογγαλιείς όλους της τους κατοίκους
και έδειξεν και ναυπηγούς τους Κύριους Χαλίκους.

Μετά ολίγον δε καιρόν κ’ οι Καστελλοριζώται
εγίνησαν κολυμβηταί και οι Αστουππαλιώται.

Λεργιοί Χαλκίται Τηλιακοί όλοι εσυνηθίσαν
και έγειναν σπογγαλιείς, την τέχνην των αφίσαν.

Εκέρδισαν δε χρήματα κ’ έχαιρον ευτυχίαν
ποτέ δεν ελογάριαζαν να’ δώσι δυστυχίαν.

Την Σύμην δε εστόλισαν οι άξιοι Συμαίοι
με όσ’ ακόμη σώζονται  αγαπητοί μου νέοι.

Σχολεία πλήθος έκτισαν μουράγια στους λιμένας
και εκλησίας περισσάς πλουσίως στολισμένας
Δημόσια δε κτίρια, πάμπολλα και ωραία
κ’ έγεινεν πόλη ξακουστή και πάντοτε γενναία.

Δημόσιους δε ιατρούς καθώς και διδασκάλους
αγορονόμους και λοιπούς και διαφόρους άλλους.

Και Ναυπηγείον φίλτατοι όπου δεν έχει άλλο
εις άλλο μέρος πουθενά ωραίον και μεγάλο.

Και όλα ταύτα έγειναν από τους βουττικτάδες
ούτινες όλ’ εδούλευαν ωσάν παλλικαράδες.

Και έζησαν χρόνους πολλούς όλοι πεπλουτισμένοι
όλοι τεχνίται κ’ έμποροι κ’ όλοι γραμματισμένοι.

Είχον δε δικαστήρια και δικαστάς δικαίους
οίτινες και εδίκαζαν με νόμους τους Συμαίους.

Και έχαιρον ομόνοιαν χαράν και ευτυχίαν
και όχι όπως σήμερα με τόσην δυστυχίαν.

Πρόλογος περί της Μηχανής (Μάνικας)


Μα ήλθεν πλέον ο καιρός π’ ο κόσμος να χαλάση
να γεννηθ’ ο Αντίχριστος δια να μας γελάση.

Ήλθεν η ώρα κ’ ο καιρός να χαλασθή ο κόσμος
να χαλασθή κ’ η Σύμη μας που μύριζεν σαν διόσμος.

Στην Σύμην ο αντίχριστος ως μηχανή κατέβη
και έστησε τον θρόνον του δια να βασιλεύη.

Και βασιλεύς εγίνηκεν ευθύς στον κόσμον όλον
με πανουργίαις διαολιαίς και με μεγάλον δόλον.

Η «Μάνικα» ή «Μηχανή» αυτ’ ειν’ ακροαταί μου
ο άτιμος αντίχριστος παιδιά μ’ ακούσετε μου.

Αυτή είνε ο Διάβολος διότι βασιλεύει
κ’ όλος ο κόσμος δι’ αυτήν ως σκλάβος της δουλεύει.

Τον χρόνον δε που έφθασεν η μηχανή στην Σύμην
μέγας σεισμός και τρομερός μίαν αυγήν εγίνη1.

Εχάλασαν σπήτια πολλά εσχίσαν και οι δρόμοι
εφούσκωσεν η θάλασσα φόβοι πολλοί και τρόμοι.

Στρατόν μας εκουβάλησεν και η Κυβέρνησις μας
πλήθος κακών υπέφερεν φίλοι μου η πατρίς μας.

Αντί Μουκτάρην έθεσαν ευθύς Καϋμακκάμην
και χωροφυλακήν πολλήν και Χόντζαν και Ιμάμην.

Να εκτελή τα χρέη του όπως τον εδίδαξαν
εκείνοι που τον έβαλαν κ’ όπου τον εσπουδάξαν.

Πολλά κακά εγίνησαν ευθύς τον πρώτον χρόνον
κ’ η μηχανή εδούλευε ως δέκα γράδα μόνον.

Η Λίλλιρι κ’ η Αυλογιά η τάγγα κ’ η φλουρέζα
μας ήλθαν στην πατρίδα μας και μας εφοβέριζαν.

Πόλεμοι Ευρωπαϊκοί έγειναν στην Ευρώπη
αίμα πολύ εχύθηκεν κ’ εσφάγησαν ανθρώποι.

Πολλά κακά εγίνησαν σ’ όλην την οικουμένην
όταν την εφανέρωσαν την πενταφορισμένην.

Νέοι πολλοί εχάθησαν άνδρες και παλικάρια
όλος της Σύμης ο ανθός κ’ όλα τα λεοντάρια.

Τον πρώτον χρόνον έφεραν τρεις πενταφορισμέναις
κενούρια ήτανε η μια κ’ αι δύο σκουριασμέναις.

Τον άλλον χρόνον έγειναν πάνω από τας δέκα
και φράγγικα εφόρεσαν βγάλλοντες τα ρωμαίκα.

Εις δέκα χρόνων διάστημα εγέμησεν ο κόσμος
μηχανικούς και μηχανές εγέμησεν ο δρόμος

Όσοι ήσαν τεμπέλληδες κλέπται ή και σεργούνια
εγίνησαν μηχανικοί να τρώγουν σαν γουρούνια.
Πολλ’ εξ αυτών επιάσθησαν και έγιναν καβούρια
κ’ άλλων τα μέσα έγιναν ως τα αυγά τα γούρια.

Πλήθος πολύ απέθανεν κ’ ακόμα αποθένουν
και μερικοί κουτσάθηκαν (δικαίως τα παθαίνουν).

Από την Σύμην έμαθον κ’ άρχισαν κ’ οι Χαλκίται
και έγειναν μηχανικοί και μερικοί Ροδίται.

Η Ύδρα και η Αίγινα και το Καστρί επίσης
εργάζοντον στην μηχανήν σ’ ανατολήν και δύση.

Κ’ ερήμαζαν την θάλασσαν με όλα τα σφογγάρια
κ’ ερήμαζαν και των νησσών όλα τα παλλικάρια.

Πλήθος ανδρών εχάθηκαν μ’ αυτήν την επιστήμην
προπάντων δε απ’ την Κάλυμνον, Χάλκην, και από Σύμην.

Κ’ άφισαν ορφανά πολλά πολλάς γυναίκας χήρας
πολλά βαρέλια έδιασαν από Κονιάκ και Μπίρας.

Αι μηχαναί εχάλασαν και την Κυβέρνησίν μας
και ανερεί τους λόγους της  τους για διαφέντευσίν μας .

Η Σύμη εστολίζετο φίλοι μου θαυμασίως
διότ’ οι κάτοικοι αυτής ’ξώδευον εκουσίως.

Και έκτισαν ναούς πολλούς περίσσα στολισμένους
(τώρα δε διορθώνουσι δρόμους χαλικωμένους).

Μουράγια έκτισαν καλά τριγύρω στο λιμάνι
όπου την άσπρην θάλασσαν σαν τούτο δεν εφάνη.

Διορθωμένον εντελώς με δέστραις και κολώνες
πέτρεναις δυναταίς πολύ και με παλιοκανώνες.


Τα Καρινάγια δε αυτής στον κόσμον δεν υπάρχουν
τα μόνα αξιέπαινα όπου στον κόσμον άρχουν.

Πλείστα καλά εγίνοντο στην Σύμην κάθε μέρα
κ’ ακόμα ήθελον γενή μ’ εγύρισεν η σφαίρα.

Διότ’ ευθύς που έφθασεν η μηχανή στην Σύμη
ερήμαξεν η δυστηχής κ’ άλλης λογής εγίνη.
Τίποτε δεν απήλαυσεν από τους μανικάτους
διότ’ αυτοί γυρεύουσι πάντοτε τα δικά τους.

Ούτε μιαν πέτραν έκτισαν να φαίνεται στην Σύμη
να λέγουν απ’ τας μηχανάς η πέτρα τούτη εγίνη.

Μάλιστα δε εχάλασαν κ’ όλα τα καμωμένα
μόνον στην Μπίραν έχουσι χρήματα ξωδευμένα.

Στην θάλασσαν εφάγασι του σφογγαριού τον σπόρον
και παντελώς εχάλασαν της νήσσου μας τον πόρον.

Τα δε σφογγάρια ξέπεσαν αν και ολιγοστεύουν
(Μ’ αλήθεια κ’ οι εμπόροι μας άσπλαχνα μας κουρεύουν)

Προπάντων έχουν μάνιτα κατά των βουττικτάδων
και θέλουν να τους πνίξωσι στον ποταμόν τον Πάδον.

Και έτσι διηρέθηκαν κ’ έγειναν δύο στάσεις
και κάθε χρόνον κάμνουσι πάντοτ’ επαναστάσεις.

Η μάνικα εξέρανε της θάλασσας τον πάτο
διότι σαν τον διάβολο περιπατεί κει κάτω.

Σαν την φωτιάν όταν φανή μέσα εις το ρουμάνι
φυσά καιρός αρμόδιος κ’ εις τα κλαδιά την βάνη,

να κάψη όλα όσα βρη κ’ όλα τα κάμη στάκτη
μητ’ άνθρωποι μήτε νερά πλέον την κάμουν ζάφτη.

Και καίει δένδρα και κλαδιά ζώα θεριά κ’ ανθρώπους
και συχνοπεριστρέφεται σε διαφόρους τόπους.

Δια να κάψη αν ευρή τίποτε με την φλόγα
έτσι ειν’ κ’ η μηχανή φίλοι μ’ ολίγα λόγια.

Ξηραίνει κει που περπατεί στης θάλασσας τον πάτο
τίποτε δεν αφιν’ αυτός αφ’ όσα εύρη κάτω.

Και από κει όπου περνά πλέον δεν βγαίνει άλλο
τσιμούχα ή σφογγάριον μικρόν είτε μεγάλον.

Αν ήτο μια είτε και δυο σε κάθε επαρχία
θα ήτ’ ολίγον το κακόν κ’ ολίγη δυστυχία.
Μα έγειναν αρίθμηται φάγαν τον κόσμον όλον
ήρχισαν απ’ τον νότιον ως του βορρά τον πόλον.

Ερίμαξαν την θάλασσαν το κόσμον εχρεώσαν
στην Μπίραν τα κεφάλια των σαν τα γουρούνια χώσαν. 

Η Σκάφη βλέπουσα τους σφογγαράδες εις
θλίψιν και ζητεί να τους παρηγορήση …
Παράπονα και Κατηγορίαι παρ’ αυτής
κατά των Μηχανικών…..

 Διάλογος μεταξύ σκάφης και κολυμβητών
                        Σκάφη


Τί έχετε ω άνθρωποι, τίς η κατήφειά σας
κ’ ως αναβλύζουσαι πηγαί τρέχουν τα δάκρυά σας;

Τί θλίψις εκυρίευσε λέγω το λογικόν σας
κ’ εις σκυθρωπότητα πολλήν βλέπω το πρόσωπόν σας;

Γνωρίζω την αιτίαν σας μα πόθεν ν’ αρχινήσω
τί ομιλίαις να σας πω να σας παρηγορήσω;

Βλέπω πως εκατήντησεν ανίατον το πάθος
και δεν χωρούν τα βότανα εις της πληγής το βάθος.

      Οι άνθρωποι αποκρίνονται

Τίς σ’ έδωσε το λογικόν δια να ομιλήσης
άψυχον πράγμα κ’ άλαλον να μας παρηγορήσης;

Εσύ και τα φορέματα βαστάς και τα μαρκούτσα
πάνω στην πρώρην σου πατεί η προύτζενη παπούτσα.

Και πώς μεταμορφώνεσαι τώρα και ομιλάς μας
και γίνεσαι συμμέτοχος κ’ εσύ της συμφοράς μας;

                

 Σκάφη

Πεφιλημένα τέκνα μου Συμαίοι παλλικάρια
εσάς θέλω να έρχεσθε μαζί μου στα σφογγάρια.

Καθώς με είπητ’ άψυχον πώς να  των ομιλήσω;
ενώ μου βάλλουν μηχανήν πώς να τους εμποδίσω;

Άψυχον είμαι κ’ άλαλον πλήν εκ θεού προνοίας
κ’ εμέ με κατεσκεύασεν στον Κάμπον ο Ηλίας*.

Αλλ’ ο θεός μου έδωσεν ευχήν και ευλογίαν
να ήμαι πάντοτε μ’ εσάς εις την Σπογγαλιείαν.

Τί κέρδος έχω απ’ αυτούς δεν υποφέρω πλέον
διότι και την πρώραν μου την έχουν αναγκαίον.

Μέσα με κάμνουν να βρωμώ κ’ απέξω με στολίζουν
οι άτιμοι μηχανικοί πολύ με βασανίζουν.

Έβλεπον πρώτα δροσερούς νέους αξιοτάτους
τεχνίτας να με διοικούν στον νουν εμπειροτάτους.

Να σηκωθούν απ’ το πρωΐ ν’ ανοίξουν τα πανιά μου
σαν πάπια εις την θάλασσαν να σύρνω την κοιλιάν μου.

Και με ποικίλα χρώματα μ’ είχον ζωγραφισμένη
κ’ εφαίνουμουν στο πέλαγος ως νύμφη στολισμένη.

Και έβλεπον απ’ το πρωΐ πέντε να εκδυθούνε
και με την πέτραν των γυμνοί στα βύθη να βουττούνε.

Τώρα μου βάλλουν μηχανήν και φθείρουν την ζωήν μου
πάσχω να πάρω φίλοι μου και την αναπνοήν μου.

Αν και αυτοί την όψιν μου με χρώματα στολίζουν
φορτία όμως δυσβάστακτα το σώμα μου γεμίζουν.

Αντί επτά ψυχών τροφάς είκοσι μου σηκώνουν
και μ’ έπιπλα διάφορα το σώμα μου φορτώνουν.

Στο στήθος μου μού βάλλουσιν άξωνα με ταις ρόδες
και γίνομαι ελεεινόν θέαμα και φρικώδες.

Κόπτεται και ο δρόμος μου φεύγει κ’ η δύναμίς μου
και υποφέρω βάσανα στο μέλλον της ζωής μου.

Και όταν θα δουλεύωσιν αντίς να εκδυθούνε
φορέματ’ αδιάβροχα πρέπει να ενδυθούνε.

Εν φόρεμα ολόκληρον ως σχήμα του ανθρώπου
αδιαπέραστον νερού κ’ επιτηδείου τρόπου,

εις την καρέκλαν καθηστόν στην πρώρην τον ενδύουν
το σώμα του στο φόρεμα με βίδες τού το κλείουν.

Μολύβια εις τους ώμους του παπούτσα δε βαρέα
στην κεφαλήν του βάλλουσι την περικεφαλαία.

Αφ’ ου θα τον ενδύσωσιν αμέσως τοτ’ αρχίζουν
δυο παλικάρια δυνατά την ρόδαν να γυρίζουν.

Και δι’ αυτού του άξωνος βιαίως στρεφομένου
δια σωλήνος δε μακρού μαρκούτσου καλούμενου,

αέρα διαδίδωσι σ’ εκείνον και οδεύει
και κάμνη ώραν αρκετήν και σπόγγους αλιεύει.

Μηχανικούς ονόμασαν αυτούς που κατεβάζουν
και φαντασμόν ανήκαστον επάνω τους βαστάζουν.

Τύχη τους εκατάτρεξεν όλους τους σφογγαράδες
και έγειναν μηχανικοί κ’ όλοι οι μασκαράδες.

Όλοι οι ακαμάτιδες όλ’ οι κατεργαραίοι
Τούρκοι, εβραίοι και ρωμνιοί, ως και τσοπαναραίοι.

Όλα τα πρώτα νούμερα τα εκλεκτά τα σώγια
κ’ όσοι πεινούσαν το ψωμί τώρα φορούν ρωλόγια.

Αιτία αυταί αι μηχανάι πληθαίνουν κ’ οι Ρεμπέττες
μαλακταρίζουν αρπούν  ωσάν αγριοκάττες.

Που’ βλεπες πρώτα να σφαρά Ρεμπέττα εις την Σύμη
και τώρα εκατήντησε το ήμισυ να γείνη.

Αν έχη χίλιους κάτοικους μόλις και μετά βίας
τους τετρακόσιους να ευρή άνδρας της κοινωνίας.

Οι άλλοι εξακόσιοι είνε ολ’ από ρεμπέττες
κ’έχουσι στα κεφάλαι των τρέμουσες κ’  σερβέττες.

Αιτία αυταί αι Μηχαναί εφάγαν κ’ εχορτάσαν
οι κλέπται και οι οκνηροί την τέχην των εχάσαν.

Έχουσι μίαν έπαρσιν ως Φράγγικοι Γαδάροι
γιατί φορούσι μαμουζά φορούν και σαλουβάρι.

Πολλοί λυτοί εξέλιωσαν παύσαν και ταις κλεψαίς των
εμετριάσαν οποσούν και ταις κατεργαριές των.

Αι όρνιθες κ’ οι πετινοί ευρήκαν ησυχίαν
και τα γουρούνια ηύξησαν και χαίρουν ευτυχίαν.

Τώρα κράσσουν κ’ οι πετεινοί κ’ αι όρνιθες γεννούνε
και ελευθέρως το βραδύ σταις σκόλαις των σχολούνε.

Πού βλέπες πρώτα όρνιθα ή πετεινόν να κράξη
ή και γουρούνι να ιδής στην Σύμην να σφαράξη;

Τωρ’ όμως όλα ευτυχούν και χαίρουν ευτυχίαν 
πλην των ανθρώπων των καλών που πάσχουν δυστυχίαν.

Όπιον ιδής Μηχανικόν πρώτη ρεμπέττα ήτον
κλέπτης, φονιάς ή άτιμος, ή και σεργούνι θάτον.

Τίμιος άνθρωπος κανείς Μηχανικός δεν γίνη
άλλα δουλεύει τακτικά κ’ ανθρωπινά στην Σύμη.

Ω Άτιμοι Μηχανικοί ρεμπέττες διαλεγμένοι
εισθ’ από τους κολυμβητάς πολύ κατουρημένοι.

Σας χέζουν τα μαρκούτσα σας, την περικεφαλαίαν
Ζήτω καμπανελλόπετρα της τέχνης Βασιλέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου